Αναγνώστες

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Ανεχόμαστε τη βία, ηδονικά


Απο το blog "Μη μαδάς τη μαργαρίτα"
Το Δεκέμβρη 2008, κρυμμένοι πίσω από την παλλαϊκή αγανάκτηση για τον άδικο χαμό του Αλέξη, πυρπόλησαν την Αθήνα. Οι βάρβαρες πράξεις τους θεωρήθηκαν επαναστατικές εκδηλώσεις ενός δίκαια αγανακτισμένου πλήθους και αριστερές δυνάμεις έσπευσαν να τις οικειοποιηθούν. Κάποιοι τις έκαναν και ημερολόγιο…
Το Μάη του 2010 πυρπόλησαν μια τράπεζα και έστειλαν στο θάνατο 4 αθώους και ανύποπτους ανθρώπους. Για τις φρικτές δολοφονίες, άλλοι της αριστεράς θεώρησαν ύποπτους ακροδεξιούς προβοκάτορες και άλλοι ως υπεύθυνο τον ιδιοκτήτης της τράπεζας που δεν είχε φροντίσει για την έξοδο κινδύνου. Όλοι τους ανησύχησαν μήπως ανακοπεί η ορμή του λαϊκού κινήματος.
To Σάββατο έκαψαν τη λαϊκή αγορά της οδού Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια, τρομοκράτησαν τον κόσμο, και τραυμάτισαν βαρύτατα τρεις συμπολίτες μας, πριν επιτεθούν στο παρακείμενο αστυνομικό τμήμα. Αριστερά κόμματα έβγάλαν ανακοινώσεις με τις οποίες επαναφέρουν και πάλι την ιδέα των προβοκατόρων, την ακούσια συμπαράταξη με όσους εχθρεύονται το λαϊκό κίνημα, κλείνοντας πάντοτε με το κομπλεξικό «δεν έχουμε σχέση με αυτούς τους τύπους».


Πως σας πέρασε από το μυαλό ότι νομίζουμε, ότι έχετε σχέση; Τι σχέση μπορεί να έχουν αριστερά, προοδευτικά και κοινοβουλευτικά κόμματα με την ολοκληρωτική, αναίτια βία; Ή μήπως δεν είναι έτσι; Μήπως είναι μακρινοί συγγενείς που ξεστράτησαν; Μήπως, 20 χρόνια τώρα, κάνουμε πως δεν τους ξέρουμε; Μήπως δεν σταθήκαμε ποτέ απέναντί τους, γιατί αντιμάχονται και αυτοί την κρατική καταστολή; Μήπως τα μπλοκ μας είναι πολύ ανεκτικά και προσφέρουν κάλυψη; Μήπως κάποιοι τους χρησιμοποιούν, όποτε τους συμφέρει, πότε σαν προβοκάτορες, πότε σαν αγανακτισμένο και αγωνιζόμενο λαό, κατά το δοκούν, αφού τα παιδιά αυτά κάνουν πάντα την ίδια δουλειά που επιδέχεται όμως πολλαπλών αναγνώσεων και βοηθάει στη δημιουργία κλίματος; Μήπως ψαρεύουμε μέλη από τους όμορους προς αυτούς πολιτικούς χώρους;


Χρόνια τώρα οι «αντιεξουσιαστές», οι «μπάχαλοι», οι «αναρχικοί», ή όπως αλλιώς έχουν πολιτογραφηθεί, δημιουργούν το απαραίτητο υπόβαθρο για την ασφαλή εγκατάσταση της βίας στο κέντρο της Αθήνας, ειδικά όταν υπάρχουν πορείες, διαμαρτυρίες, πολιτικά γεγονότα. Με φυσικό σκηνικό τους δρόμους και τους διαδηλωτές, και θεατές την υπνωτισμένη Ελλάδα των 8.30, «αναρχικοί» και ΜΑΤ ως άλλοι πρωταγωνιστές ενός πολυπληθούς θιάσου, παίζουν το ίδιο ανιαρό έργο. Κλέφτες και αστυνόμοι, Ινδιάνοι και καμπόυδες, ή ότι άλλο θέλετε, πάντοτε με το ίδιο ισόπαλο αποτέλεσμα. Καμιά φορά τα πράγματα εκτραχύνονται, ξεφεύγουν από τη γνωστή σκηνοθετική γραμμή, με τις φωτιές στους κάδους και τις κατεβασμένες τζαμαρίες, κάποιοι αυτοσχεδιάζουν επικίνδυνα και έχουμε και θύματα, όπως το παλικάρι που βρίσκεται ακόμη στην εντατική, ή τους καμένους βιοπαλαιστές της λαϊκής αγοράς. Αστάθειες του συστήματος.
Η σκηνή, που όλοι δημοσιεύσαμε, με τους 5-6 ένστολους να χτυπούν έναν πεσμένο, η οποία και θεωρήθηκε ως μνημείο της αστυνομικής θηριωδίας, δεν είναι παρά ένα high light ενός θεάματος προς πώληση, μια στιγμή στην τελετουργίας της βίας. Δεν το διαβάζω ως υποσημείωση ακροδεξιών στοιχείων που προσπαθούν να πάρουν τα ηνία των δυνάμεων καταστολής. Μια τέτοια ερμηνεία γίνεται κατά κόρον και επανειλημμένα, αλλά δεν έχει ενδιαφέρον, αφού ποτέ δεν παρήγαγε πολιτικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, βλέπω την προσπάθεια που γίνεται να φανούν όλα σαν πόλεμος, ενώ δεν υπάρχει κανένα διακύβευμα. Ο Καρπόζηλος και ο Ασημάκης της δεκαετίας του 60 πλακώνονται σε σικέ αγώνα κατς με το «τέρας της Μοζαμβίκης» που στο διάλειμμα το ζητάει η αδελφή του από το Μενίδι. Όχι δεν υπονοώ τα γνωστά, ότι όλοι είναι πράκτορες της αστυνομίας που θέλουν να φοβίσουν τον κόσμο για να μην κατεβαίνει στις πορείες. Η δράση τους δεν προβοκάρει κανένα λαϊκό κίνημα, όταν αυτό δεν υπάρχει. Όταν η σιωπηλή πλειοψηφία κρίνει ότι πρέπει να μιλήσει και αποφασίσει να βγει στους δρόμους, κανένας μπάχαλος δεν θα τολμήσει ν’ ανάψει το φυτίλι, αλλά και κανένας εργατοπατέρας να βγάλει γλώσσα, τότε θα είναι κάπως αλλιώς.


Οι «αναρχικοί» είναι μια αυθεντική πολιτική δύναμη made in Greece. Παίζουν το ρόλο που αυτοί έχουν επιλέξει και τον παίζουν σχεδόν με επαγγελματική συνέπεια, όπως ο οργισμένος Λαφαζάνης, ή η νουνεχής Αλέκα. Κανείς τους δεν προκαλεί πραγματική ανησυχία στις ελίτ, κανείς τους δεν αλλάζει τα δεδομένα, δεν πάει την υπόθεση παρακάτω. Κανείς τους δεν απειλεί τις δομές, το αντίθετο. Η δουλειά τους είναι να συμπληρώνουν το πολιτικό σκηνικό με μια νότα κόκκινου, μια πινελιά μαύρου, μια γεύση καμένου. Το βράδυ όλα αυτά σκεπάζουν με μια ελαφριά κουβέρτα φόβου και υπόρητης λαγνείας τις συνειδήσεις. Ο φόβος φυλάει τα έρημα, μην το ξεχνάτε. Και τα φυλάει ηδονικά.


Οι δυνάμεις της τάξης είναι ιδιαίτερα ανεκτικές απέναντι σε φαινόμενα αντισυστημικής βίας σε σύγκριση με άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, στα πλαίσια της αναπαραγωγής ενός θεάματος που εξυπηρετεί πολιτικά ποικιλώνυμους χώρους. Ποτέ δεν έγινε απόπειρα να αποκαλυφθούν τα κρυμμένα πρόσωπα, κανείς τους δε συνελήφθη γι’ αυτές τις πράξεις. Αντίθετα, η δράση τους δίνει πάντοτε την αφορμή για να ασκηθεί αναίτια αστυνομική βία σε ειρηνικούς διαδηλωτές, σε τυχαίους περαστικούς. Τα ορμητήρια της βίας καλύπτονται νομότυπα από το πανεπιστημιακό άσυλο, γειτνιάζουν με εστίες παράνομου εμπορίου, έχουν ηλεκτρονικό βήμα που προστατεύεται ακαδημαϊκά στα πλαίσια της ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Δεν απορώ που όλες οι πολιτικές δυνάμεις αποφεύγουν να μιλήσουν για το προφανές. Πόσα πολλά ερωτηματικά υπάρχουν πίσω από μια μολότωφ που απλώνει καυτό κόκκινο στην άσφαλτο;


Θεωρώ ότι οι εκδηλώσεις πολιτικής βίας συνδέονται με μια γενικότερη ανοχή που δείχνει η δημοκρατία μας σε φαινόμενα ανομίας γενικότερα, ιδιαίτερα όταν αυτά υποδηλώνονται ως πολιτικές δράσεις. Είναι και αυτό ένα ακόμα σύμπτωμα της ζητούμενης αστικής ολοκλήρωσης που δεν ήρθε ποτέ.
Οι καταλήψεις σχολείων και σχολών χωρίς ή και με αποφάσεις γενικών συνελεύσεων αμφιβόλου μαζικότητας, οι οποίες συχνά συνοδεύονται με καταστροφές δημόσιας περιουσίας και άφθονη κατανάλωση ουσιών, θεωρούνται από τους συνδικαλιστικούς φορείς, τα πολιτικά κόμματα, τους συλλόγους διδασκόντων και τις τοπικές αρχές, ως κατακτημένο δημοκρατικό δικαίωμα, περιβάλλονται με μια δημοκρατική ιερότητα.
Οι συγκρούσεις οργανωμένης οπαδικής αλητείας με καταστροφές, τραυματισμούς και φόνους θεωρούνται από την πολιτεία ως αξεσουάρ των αθλητικών εκδηλώσεων, προβλέπονται και εκτελούνται στην ώρα τους, έχουν υποκινητές, κοινό, σπόνσορες, καθοδηγητές, και νομική υποστήριξη για την αθώωση όσων συλλαμβάνονται.
Αλλά και άλλα φαινόμενα «ήσσονος» σημασίας που θεωρούνται πλέον καθημερινότητα στα πανεπιστήμια, υποδηλώνουν την ίδια ανοχή. Ομάδες αντιφρονούντων συγκρούονται στους πανεπιστημιακούς χώρους οι οποίοι και τους παραχωρούνται επισήμως ως αρένα. Μια μικρή, πλην όμως δυναμική ομάδα μπορεί άνετα να προπηλακίσει και να δείρει, να ακυρώσει εξετάσεις, παραδόσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, ομιλίες προσκεκλημένων, αν διαφωνεί με το περιεχόμενο ή με τους συμμετέχοντες, ή αν έτσι γουστάρει γενικώς, χωρίς αυτό να επισύρει διώξεις, αλλά ούτε και πραγματική πολιτική καταδίκη από κανένα. Χαρακτηριστικά αναφέρω τα γεγονότα της διάλεξης Watson στο πανεπιστήμιο της Πάτρας. Το θέμα δεν είναι μόνο η επίθεση κάποιων, κατά δήλωσή τους, αναρχικών εναντίον του γηραιού καθηγητή, αλλά και η συζήτηση που άνοιξε μετά και η προσπάθεια μελών της αριστερής κοινότητας να δικαιολογήσουν τις πράξεις βίας με αναφορά σε αμφιλεγόμενες πολιτικές, ρατσιστικές δηλώσεις του επιστήμονα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η πράξη αυτή δεν διώχθηκε ποινικά, παρ’ όλο που αυτός που επιτέθηκε είναι γνωστός στην πόλη. Το γεγονός θεωρήθηκε φυσιολογικό για τα πανεπιστημιακά ήθη. Ίσως αν έστελναν τον Watson στο νοσοκομείο να είχαμε κάποιες δηλώσεις παραπάνω.


Όλα αυτά τα ωραία είναι τα απόνερα της μεταπολιτευτικής κουλτούρας στη διαμόρφωση της οποίας η αριστερά είχε και έχει δεσπόζουσα θέση. Οποιοσδήποτε δηλώνει αριστερής καταγωγής και προελεύσεως νομιμοποιείται να κάνει οτιδήποτε, ακόμα και να αφαιρέσει ζωές, αρκεί να δηλώνει ή να υπονοεί ότι το κάνει για πολιτικούς λόγους, για να «υπερασπιστεί» την εργατική τάξη, τους συντρόφους του, τη συντεχνία του, την ομάδα του, ή να προωθήσει την υπόθεση της επανάστασης και την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Τα νόμιμα αριστερά παραδοσιακά πολιτικά κόμματα δεν τον αντιμετωπίζουν ως απειλή της δημοκρατίας, ως καταλύτη της ελευθερίας, ως εχθρό του λαού, αλλά ως σύντροφο μιας άλλης πλευράς που στη χειρότερη περίπτωση σφάλει, ως ύποπτο ακούσιας προβοκάτσιας, ως ξένο προς αυτά, αλλά όχι ως παράνομο που πρέπει να συλληφθεί και να τιμωρηθεί. Στο συλλογικό ασυνείδητο είναι αθώος.
Παράλληλα με την εξάπλωση των «κόκκινων» ομάδων αναπτύχθηκαν ως αντίβαρο μαύρες ταξιαρχίες φασιστών οι οποίες διεκδικούν, μέσα στο ρευστό πολιτικό σκηνικό, τη δική τους θέση και ρόλο. Η αντιπαλότητα με τους αντιεξουσιαστές είναι προφανής, αλλά οι μέθοδοι και η ιδεολογία είναι ταυτόσημες. Οι ομάδες αυτές λειτουργούν ως «πατριωτικό» αντίβαρο, συσπειρώνουν γύρω τους άλλους αγανακτισμένους πολίτες, «καθαρίζουν» τις πλατείες από τους «μετανάστες - εισβολείς», δέρνουν και τραυματίζουν με την ανοχή των αρχών, αλλά και «υπερασπίζονται» τους συμβασιούχους του δήμου της Αθήνας. Αναζητούν πολιτικό ρόλο χρησιμοποιώντας την ωμή βία ως εργαλείο επιβολής. Λειτουργούν και αυτές αντισυστημικά στο μέτρο που καταφέρονται κατά της δημοκρατίας και του πολιτικού συστήματος, προωθούν το νόμο του Λυντς, θέλουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, μαζί με όσους πολίτες τους ακολουθούν. Είναι οι σκαπανείς της ρατσιστικής βίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι συμμαχούν στο δήμο της Αθήνας με αριστερές παρατάξεις προκειμένου να επιτεθούν κατά του δήμαρχου Καμίνη που αντιπροσωπεύει την απεχθή προς όλους νομιμότητα, υπερασπιζόμενοι δήθεν τους εργαζόμενους. Δεν πρόκειται περί θεάτρου του παραλόγου. Πρόκειται για φυσιολογικές καταλήξεις μιας ανομολόγητης αλλά διαφανούς πλέον ιδεολογίας.



Η δημοκρατία, οι νόμοι, τα κοινωνικά συμβόλαια είναι απλά εργαλεία για την εξυπηρέτηση συμφερόντων τάξεων και ομάδων, δεν είναι θεσμοί που εγγυώνται τη ζωή και την ελευθερία, των πολιτών. Όπως οι οικονομικές ελίτ μπορούν να κλέβουν τα δημόσια αγαθά, όπως το πολιτικό σύστημα μπορεί να εξυπηρετεί εαυτούς και αλλήλους, έτσι και οι ποικιλόχρωμες μόνιμες ή ευκαιριακές ομάδες μανιακών, φασιστοειδών, χούλιγκανς ή γενικώς «εχθρών» του συστήματος, μπορούν να καταλύουν ατιμωρητί την αστική νομιμότητα, να βγάζουν γλώσσα στην εξουσία, να δίνουν μια ψευδαίσθηση ελευθεριακότητας και εξέγερσης, πάντοτε στο όνομα της κάθε ιδεοληψίας τους.


Ποια είναι όμως η πολιτική στάση της πλειοψηφίας των πολιτών απέναντι στα φαινόμενα αυτά; Μια εκτεταμένη ανοχή.
Αν σε ενοχλούν οι μετανάστες, ή έχεις μαγαζί στο κέντρο ανέχεσαι τη Χρυσή Αυγή που σου «καθαρίζει» το παγκάκι ή το πεζοδρόμιο από τα «μιάσματα».
Αν είσαι αριστερός ανέχεσαι τους «αντιεξουσιαστές» που συγκρούονται με την αστυνομία και βάζουν φωτιά στο καπιταλιστικό σύστημα.
Αν είσαι οπαδός, ανέχεσαι τους δικούς σου που δέρνουν τους αντιπάλους.
Αν είσαι κατά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης ανέχεσαι αυτούς που κλείνουν τα σχολεία.
Αν είσαι εργαζόμενος σε πανεπιστήμιο ανέχεσαι αυτούς που το σπάνε για να μην σπάσουν και σένα.
Αν είσαι με την αντιπολίτευση ανέχεσαι αυτούς που διαπομπεύουν τη συμπολίτευση και αντιστρόφως.


Αν υπάρχουν τραυματίες και νεκροί και δεν είσαι εσύ, ανέχεσαι και το θάνατο.


Την Κυριακή το βράδυ έγινε μια απόπειρα να μαζευτούν στο Σύνταγμα όσοι είναι κατά της βίας. Πήγαν λίγοι. Την προηγούμενη εβδομάδα η Δημοκρατική Αριστερά έκανε μια διαμαρτυρία έξω από την καμένη τράπεζα στη θλιβερή επέτειο των περσινών δολοφονιών Ήταν μια σημαντική πολιτική εκδήλωση, δεν βρήκε την ανάλογη ανταπόκριση από το πλήθος. Πέρσι, την επομένη του εμπρησμού της Marfin, ελάχιστοι πήγαν ν’ ανάψουν ένα κερί στη μνήμη των πεσόντων.
Ο λαός δεν θέλει να πάρει την ευθύνη, δεν θέλει να σταθεί απέναντι στη βία ενεργά και μαζικά. Προτιμά την ανοχή όπου βολεύει την πολιτική του συνείδηση, ή τα μικρά συμφέροντά του. Δείχνει να απολαμβάνει την ηδονή της καταστροφής, της φωτιάς, του φασισμού. Ίσως γιατί δεν την παίρνει στα σοβαρά, ίσως γιατί δεν αισθάνεται να τον απειλεί, ίσως γιατί φοβάται ότι θα μπλέξει και είναι απροστάτευτος, ίσως γιατί οι νεκροί είναι πάντοτε οι άλλοι και είναι ξένοι.
Το βράδυ μετράει τα παιδιά του, τα βρίσκει εντάξει, πάει για ύπνο δικαιωμένος και ψιθυρίζει αυτάρεσκα. «Μουνάκια να καείτε». Γενικώς.
Οι υπόλοιποι πρέπει να κάνουμε κάτι, αλλά δεν ξέρουμε τι, οπότε και δεν μπορούμε.