Αναγνώστες

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Η κυριαρχία της αγοράς και στον έλεγχο των τραπεζών



Της ΜΑΡ. ΦΡΑΓΚΑΚΗ
ΥΠΟΨ. ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΣΥΡΙΖΑ ΧΙΟΥ
Συμμετέχει στην Πρωτοβουλία των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική της Ευρώπης.


Από το 1985 και μετά η ολοκλήρωση του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ενωση προχώρησε με ταχύ ρυθμό.
Μεγάλα τμήματά του να έχουν ήδη ενοποιηθεί σημαντικά, ενώ για τα υπόλοιπα, όπως είναι η τραπεζική λιανική αγορά, καταβάλλονται ιδιαίτερες προσπάθειες. Αντίθετα, η ρύθμιση και εποπτεία του εν λόγω τομέα παραμένει μέχρι σήμερα κυρίως εθνική υπόθεση, δημιουργώντας έτσι μια ασυμμετρία.
Το τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε τη δημιουργία δύο νέων οργάνων, στα οποία ανατίθεται η εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ε.Ε.: του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικών Κινδύνων (ΕΣΣΚ) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ).
Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικών Κινδύνων συγκροτείται υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και αποτελείται από τους κεντρικούς τραπεζίτες των 27 χωρών-μελών της Ε.Ε., εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΕΣΧΕ, τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ. Σημειώνεται ότι οι εποπτικές και οι οικονομικές αρχές των χωρών-μελών συμμετέχουν με την ιδιότητα του παρατηρητή, δηλαδή χωρίς δικαίωμα ψήφου. Το ΕΣΣΚ δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα.
Οι αρμοδιότητες του ΕΣΣΚ περιλαμβάνουν τα εξής: διαχείριση πληροφοριών για τις εξελίξεις στην οικονομία και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, εντοπισμός και ανάλυση δυνητικών απειλών κατά της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, έκδοση προειδοποιήσεων και υποβολή συστάσεων για ανάληψη μέτρων, συντονισμός με διεθνείς οργανισμούς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Για την άσκηση πίεσης σε περίπτωση μη εφαρμογής των συστάσεών του, το ΕΣΣΚ δύναται να παραπέμψει το θέμα στο Συμβούλιο της Ε.Ε., καθώς και να δημοσιοποιήσει τις προειδοποιήσεις του. Τέλος, υποχρεούται στην υποβολή εξαμηνιαίων εκθέσεων προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Αντίθετα με το ΕΣΣΚ, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας αφορά στην αναβάθμιση τριών υφιστάμενων σε ευρωπαϊκό επίπεδο επιτροπών -σχετικά με τον τομέα των τραπεζών, των επενδυτικών εταιρειών και των ασφαλιστικών οργανισμών, αντίστοιχα- οι οποίες συστάθηκαν το 2005 και το 2006, στο πλαίσιο του «Σχεδίου Δράσης για την Ολοκλήρωση των Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών», προκειμένου να παράσχουν τεχνική στήριξη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τις επιτροπές συνθέτουν εκπρόσωποι των εποπτικών αρχών των χωρών-μελών της Ε.Ε.
Οι εν λόγω επιτροπές αποκτούν τώρα νομική προσωπικότητα και ίδιους πόρους, μετονομάζονται «Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές» (ΕΕΑ) και θα λαμβάνουν δεσμευτικές αποφάσεις στη βάση της αρχής της πλειοψηφίας, εγκαταλείποντας τη μέχρι σήμερα προϋπόθεση ομοφωνίας. Οι αρμοδιότητές τους περιλαμβάνουν την αναβάθμιση της συνοχής της εποπτείας των χωρών-μελών, την ενίσχυση της επιτήρησης των διασυνοριακών ομίλων, την εποπτεία των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και την εκπόνηση ενιαίου ευρωπαϊκού «εγχειριδίου κανόνων».
Σημειώνεται ότι μέτρα τα οποία ενδέχεται να έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο παραμένουν εθνικού χαρακτήρα. Τέλος, οι ΕΕΑ, όπως και το ΕΣΣΚ, υποχρεούται στην υποβολή εξαμηνιαίων εκθέσεων προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Συνολικά, θεωρούμε ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο αποτελεί πρόπλασμα ευρωπαϊκού συστήματος εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η εμβέλειά του όμως περιορίζεται από ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά του, τα οποία απορρέουν από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη της υπεροχής, αν όχι της κυριαρχίας, της αγοράς. Αυτά είναι:
* «Ανεξαρτησία» από την πολιτική εξουσία. Τόσο η ΕΚΤ όσο και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών της Ε.Ε. λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς να λογοδοτούν στις πολιτικές αρχές των εν λόγω χωρών. Κεντρικός γνώμονας των αποφάσεων αυτών είναι η διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλό επίπεδο (2% ή λιγότερο). Η μονοσήμαντη αυτή προσήλωση οδήγησε, π.χ., την ΕΚΤ να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο τον Ιούλιο 2007, παραμονές της χρηματοπιστωτικής κρίσης! Η συγκρότηση του ΕΣΣΚ αναβαθμίζει τον ρόλο της ΕΚΤ στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οσο όμως η εντολή της ΕΚΤ παραμένει στενά προσδιορισμένη και η ίδια μακριά από κάθε έννοια δημοκρατικού ελέγχου, η αναβάθμιση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένης εμβέλειας και άρα αποτελεσματικότητας.
* Απουσία των πολιτών από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Οι τρεις τομεακές επιτροπές, οι οποίες σήμερα συνθέτουν τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, είχαν κατά τη σύστασή τους ως μέλη εκπροσώπους του ιδιωτικού τομέα. Αντίθετα, δεν συμμετείχαν εκπρόσωποι άλλων κοινωνικών ομάδων, όπως είναι οι εργαζόμενοι και οι καταναλωτές. Εάν αυτό ισχύσει και για τις νέες ΕΕΑ, τότε εμφανίζεται μια σοβαρή ασυμμετρία εκπροσώπησης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως ανέδειξε η τρέχουσα κρίση, το φαινόμενο της επίδρασης του ιδιωτικού τομέα στους εποπτικούς μηχανισμούς μέσω της άσκησης πίεσης (lobbying) και του άμεσου επηρεασμού των εποπτών (regulatory capture) είναι σύνηθες.
* Συνοχή και εμπιστοσύνη μεταξύ των εποπτικών αρχών των χωρών-μελών της Ε.Ε. Η έκθεση Delarosiere, η οποία εξέτασε το πλαίσιο ρύθμισης και εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ε.Ε., επισήμανε ότι ένα από τα προβλήματα είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των εκπροσώπων των εποπτικών αρχών των κρατών-μελών. Δεδομένου ότι ο τομέας αυτός έχει παραμεληθεί πλήρως μέχρι σήμερα, το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Εκφράζονται όμως σοβαρές επιφυλάξεις εάν και κατά πόσο η λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία θα θεραπεύσει το συγκεκριμένο πρόβλημα.
* Κατακερματισμός πολιτικής και εποπτικών εξουσιών. Η οικονομική πολιτική της Ε.Ε. χαρακτηρίζεται από τη διχοτόμηση μεταξύ της νομισματικής πολιτικής (ασκείται αποκλειστικά από την ΕΚΤ) και τη δημοσιονομική πολιτική (ασκείται από τα κράτη-μέλη στο ασφυκτικό πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας). Η σύσταση του ΕΣΣΚ δεν θεραπεύει τη διχοτόμηση αυτή, αφού ο ρόλος της ΕΚΤ δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά. Επιπλέον, δημιουργείται ένα πλέγμα επιτροπών, ο συντονισμός των οποίων απαιτεί τη δημιουργία και άλλων επιτροπών, ομάδων εργασίας κ.λπ.! Πρόκειται δηλαδή για ένα οικοδόμημα, που από τη σύστασή του εμφανίζει δυσχέρειες αποτελεσματικής λειτουργίας!
Συνολικά, θεωρούμε ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σημαίνει την απαρχή αντιμετώπισης ενός σοβαρότατου προβλήματος του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ε.Ε. Το γεγονός δηλαδή ότι επιδιώχθηκε η ολοκλήρωσή του, χωρίς την ταυτόχρονη λήψη μέτρων για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, την οποία η ανεξέλεγκτη λειτουργία της αγοράς θέτει αναπόφευκτα σε κίνδυνο. Στο βαθμό όμως που οι ηγεσίες της Ε.Ε. παραμένουν σταθερές σε αρχές που η τρέχουσα κρίση απαξίωσε στην κοινωνική συνείδηση, οι προοπτικές επιτυχίας του εγχειρήματος εμφανίζονται περιορισμένες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: